Πρωτοβρόχια χθες στην πρωτεύουσα, μόνον τα δένδρα ασχολήθηκαν, αλλόφρονες ή κατηφείς οι πολίτες ούτε που τα αισθάνθηκαν... ..................................... Στο μεταξύ η κυβέρνηση σφάζει ώσπου να αποφασίσει πόσους και ποιους θα σφάξει - και οι άνθρωποι ψάχνουν στις «διαρροές» κι ύστερα στις εξαγγελίες ποιο μέτρο γράφει το όνομά τους...
Μια ζωή ίσα βάρκα-ίσα νερά στα οικονομικά του ο κ. Σπύρος, αλλά στα μάτια του κόσμου γύρω του «ευκατάστατος» καθ' ότι
όπως έλεγε η μάνα του η Λάκαινα «ας με λένε Βοϊβοντίνα κι ας πεθαίνω από την πείνα» - της ίδιας σχολής λοιπόν και ο κ. Σπύρος, πάντα αξιοπρεπής και στην τρίχα
περπάτησε στον βίο του καθαρός και λουσμένος, ώστε αν τον βρει η στραβή να μη ρεζιλευθεί, αλλά ωραίος ως Ελλην «απιέναι».
Ωσπου, συνταξιούχο πλέον, τον κ. Σπύρο τον μπάταρε αυτή η κυβέρνηση! Περικοπές από 'δώ, φόροι από 'κεί, τέλη, έκτακτες εισφορές, καπάκι νέοι φόροι, κλονίσθηκε ο κ. Σπύρος.
Βεβαίως δεν ήταν η πρώτη του, δεν ήταν άμαθος, στην πιάτσα (εργαζόμενος) από φοιτητής κι ύστερα στην αγορά ιδιωτικός υπάλληλος, κι άλλες φορές στο παρελθόν είχε ζορισθεί ο κ. Σπύρος, αλλά πάντα καβαντζάριζε, έκανε τα κουμάντα του, υπήρχε προοπτική, ξεκεφάλωνε.
συνεχίζουν επίσης να οδηγούν στην πτώχευση τα πάντα, και τους ανθρώπους και τα πράγματα, της πολιτείας τα πράγματα.
Σύννους ο κ. Σπύρος. Κατηφής. Κι ίσως για πρώτη φορά απόμακρος απ' τη χαρά της ζωής -ενίοτε τρίζει τα δόντια του- «για έναν μαλάκα ρε γαμώτο» συχνά μονολογεί.
Ο κ. Σπύρος για πρώτη φορά στη ζωή του, στα 65 του ψώνισε τσιγάρα βερεσέ από το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς του στα Σεπόλια. Δανεικά από φίλους δεν υπήρχαν πια να πάρει -δάνεισαν όλοι ο ένας τον άλλον οι φίλοι ό,τι είχαν και δεν είχαν- δεν είχαν πλέον, στον άσσο ο κ. Σπύρος, έκανε την ανάγκη για το τσιγάρο μισή ντροπή δική του μισή του ψιλικατζή, ζήτησε απ' τον κ. Γιώργο τον Αλβανό, δυο πακέτα Μάλμπορω βερεσέ, «αμέσως, γκύριε Σμπύρο», του είπε ο κ. Γιώργος, του έδωσε τα τσιγάρα
κι άνοιξε ένα μαύρο μακρουλό τεφτέρι όπου τα έγραψε (εις άπταιστον αλβανική, υποθέτω, «γκυριος Σμπυρος, Μαλμπορο δύο»).
..................................
Την επομένη και τη μεθεπομένη ο κ. Σπύρος πλήρωσε τα δύο πρώτα πακέτα, αλλά πήρε βερεσέ τα επόμενα -ώσπου προς
το τέλος της βδομάδας με τα πακέτα πια στα οκτώ, λέει ο κ. Γιώργος ο ψιλικατζής στον κ. Σπύρο τον νεόπτωχο: «Ομως, γκυρίε Σμπύρο, θα τα πληρώσεις τα τσιγάρα στο τέλος, ε;»...
Εως θανάτου η θλίψη του κ. Σπύρου...